σκωληκίτης
σκωληκίτης, worm-like
σκωληκ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- worm-like, κηρός Dsc. 1.66.
σκωληκίτης, ου [ῑ] adj. m. qui ressemble à un ver, Diosc. 1, 79.
Étym. σκώληξ.
σκωληκίτης, ὁ, fem. σκωληκῖτις, von Würmern, wurmähnlich, Diosc.