σπογγίον
σπογγ-ίον, τό, Dim. of σπόγγος, Ar. Ach. 463 (σφογγίον), Dsc. Eup. 1.197.
- II an ἐπίθεμα of this name, Paul.Aeg. 3.48.
σπογγίον, ου (τὸ) dim. de σπόγγος, Ar. Ach. 463.
σπογγίον, τό, dim. von σπόγγος, Schwämmchen, οπογγίῳ βεβυσμένον χυτρίδιον Ar. Ach. 439.
σπογγίον, ου, τό,
Dim. of σπόγγος, Ar.