σπογγοκολυμβητής
σπογγο-κολυμβητής, οῦ, ὁ,
- = foreg. [σπογγοθήρας], Lycurg. Fr. 85.
σπογγο·κολυμβητής, οῦ (ὁ) plongeur pour la pêche des éponges, Lycurg. (Poll. 7, 137).
Étym. σπόγγος, κολυμβάω.
σπογγοκολυμβητής, ὁ, der nach Schwämmen untertaucht, Lycurg. bei Poll. 7.147.