στήλωμα Save στήλωμα, pillar LSJ Bailly 2024 στήλ-ωμα, ατος, τό, pillar, Aq. Jd. 9.6, Thd. Is. 6.13. στήλωμα, ατος (τὸ) colonne dressée, Aqu. Jud. 9, 6. Étym. στηλόω.