στηλουργός Save Bailly 2024 Pape *στηλουργός, seul. dor. σταλουργός, ός, όν [ᾱ] où l’on a élevé une stèle, Anth. 7, 423. Étym. στήλη, ἔργον. στηλουργός, s. σταλουργός.