σταφυλοκλοπίδης
σταφυλοκλοπίδης, a grape-stealer
στᾰφῠλο-κλοπίδης, ου, Dor. -δας, ὁ,
- grape-stealer, AP 9.348 (Leon.Alex.).
σταφυλο·κλοπίδης, ου (ὁ) [ᾰῠῐ] voleur de raisins, Anth. 9, 348.
Étym. στ. κλοπή.
σταφυλοκλοπίδης, ὁ, Traubendieb, Leon.Alex. 42 (IX.348).
σταφυλοκλοπίδης
στᾰφῠλο-κλοπίδης, ου, ὁ,
κλέπτω
- a grape-stealer, Anth.