Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στάχι
στάχι, vermilion
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταφυλητόμος
σταφυληφόρος
σταφυλίζειν
σταφυλίζω
σταφυλῖνος
σταφύλινος
σταφυλιοκαύστης
σταφύλιον
σταφυλίς
σταφυλίτης
σταφυλοβολεῖον
σταφυλοβόλιον
Σταφυλοδαίμων
σταφυλόδενδρον
σταφυλοδρόμας
σταφυλοδρόμοι
σταφυλοκάτοχον
σταφυλοκαύστης
σταφυλοκλέπτης
σταφυλοκλοπίδης
σταφυλολόγον
σταφυλολόγος
Στάφυλος
σταφυλοτομέω
σταφυλοτομία
σταφυλοτόμον
σταφυλοτόμος
σταφυλοφόρος
σταφύλωμα
σταχάνη
στάχι
σταχυηκομάω
σταχυηκομέω
σταχυηκόμος
σταχυηλόγος
σταχυηρός
σταχυητόμος
σταχυητρόφος
σταχυηφορέω
σταχυηφόρος
σταχύϊνος
σταχυΐτης
σταχυῖτις
σταχυμήτωρ
σταχυοβολέω
σταχυοειδής
σταχυόθριξ
σταχυολογέω
σταχυολογία
σταχυολόγον
σταχυολόγος
σταχυόομαι
σταχυοπλόκαμος
σταχυοστέφανος
σταχυοτομέω
σταχυοτόμος
σταχυοτρόφος
σταχυοφορέω
σταχυοφόρος
σταχυόω
στάχυς
…
στάχι
Save
στάχι, vermilion
LSJ
στάχι, τό,
a sort of
vermilion,
Theodos.
Can.
p.343 H.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}