στροφοδινέω Save Bailly 2024 Pape στροφο·δινέω-ῶ [ῑ] c. στρεφεδινέω, Eschl. Ag. 51. στροφοδινέω, [ῑ], = στρεφεδινέω, ὕπατοι λεχέων στροφοδινοῦνται, sie flattern umher, Aesch. Ag. 51.