στρούθιος Save Bailly 2024 Pape στρούθιος, α, ον, de saponaire, Ath. 679b. Étym. στρουθός. στρούθιος, = στρούθειος, στέφανος, Ath. XV.679 h, ἐκ τοῦ στρουθίου καλουμένου ἄνθους.