συγκαταίθω
συγκαταίθω, to burn together
συγκατ-αίθω,
- burn together, S. Ant. 1202.
συγ·καταίθω (seul. impf.) brûler avec, Soph. Ant. 1202.
συγκαταίθω, mit verbrennen, ἐν νεοσπάσιν θαλλοῖς ὃ δὴ λέλειπτο συγκατῄθομεν, Soph. Ant. 1187.
συγκαταίθω
- to burn together, Soph.