συγκαταγωγή Save LSJ Bailly 2024 συγκατ-ᾰγωγή, ἡ, f.l. for οὖν κ., Ph. Bel. 74.50. συγκαταγωγή, ῆς (ἡ) [ᾰγ] action de faire descendre en même temps, Phil. byz. Bel. 74. Étym. συγκατάγω.