συγκυνηγέτης
συγκυνηγέτης, fellow-hunter
συγκῠνηγ-έτης, ου, ὁ,
- = συγκυνηγός, X. Cyn. 10.3, Aeschin. 3.255.
συγκυνηγέτης, ου (ὁ) [κῠ] c. συγκυνηγός, Xén. Cyn. 10, 3 ; Eschn. 90, 6.
συγκυνηγέτης, ὁ, = συγκυνηγός ; Aesch. 3.2.55 ; Xen. Cyn. 10.3 ; Poll. 5.9.
συγκυνηγέτης
συγ-κῠνηγέτης, ου, ὁ,
= συγκυνηγός, Xen., Aeschin.