σύγκυρσις Save LSJ Bailly 2024 Pape σύγκυρσις, εως, ἡ, = συγκύρησις, dub. in Phld. Po.Herc. 994.24. σύγκυρσις, εως (ἡ) c. συγκύρησις, Syn. 134b. Étym. *συγκύρω. σύγκυρσις, ἡ, = συγκύρησις, Sp.