Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συλληπτός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Σύλλας
συλλατρεύω
συλλαφύσσω
σύλλαψις
συλλεαίνω
σύλλεγμα
συλλέγω
Συλλεῖα
συλλείβω
Σύλλειος
συλλειοτριβέω
συλλειόω
συλλειτουργέω
συλλειτουργός
σύλλεκτος
σύλλεκτρος
σύλλεξις
συλλεπτύνω
συλλεσχηνεύω
συλλήβδην
συλλήγω
συλληΐζομαι
σύλλημμα
σύλλημψις
σύλληξις
συλλήπτειρα
συλληπτέον
συλληπτέος
συλληπτήρ
συλληπτικός
συλληπτός
συλλήπτρια
συλλήπτωρ
συλληρέω
συλλῃστεύω
συλλῃστήρ
συλλῃστής
συλλῄστρια
σύλληψις
συλλιάζομαι
συλλιθηγία
σύλλιθος
Σύλλιον
συλλιπαίνομαι
συλλιπαίνω
συλλίρ
συλλογεύς
συλλογευτικός
συλλογή
συλλογίζομαι
συλλογίζω
συλλογιμαῖος
συλλογισμός
συλλογιστέος
συλλογιστής
συλλογιστικός
συλλογιστικῶς
σύλλογος
συλλοιδορέω
συλλούομαι
σύλλουτρον
…
συλληπτός
Save
Pape
συλληπτός
, adj. verb. von συλλαμβάνω,
zusammengefaßt
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}