Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμμηκίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμμεταρρέω
συμμεταρρυθμίζω
συμμετασχηματίζω
συμμετατίθημι
συμμετατρέπω
συμμεταφέρω
συμμεταφορά
συμμεταχειρίζομαι
συμμεταχωρέω
συμμετέρχομαι
συμμετέχω
συμμετεωρίζομαι
συμμετεωρίζω
συμμετεωροπολέω
συμμετεωροπορέω
συμμετίσχω
συμμετοικέω
συμμετοικίζομαι
συμμετοικίζω
συμμέτοχος
συμμετρέω
συμμέτρησις
συμμετρητής
συμμετρία
συμμετριάζω
συμμετρικός
συμμέτριος
σύμμετρος
συμμετρότης
συμμέτρως
συμμηκίζω
συμμηνία
συμμηνιακός
σύμμηνος
συμμηρία
σύμμηρος
συμμηρύομαι
συμμήρυσις
συμμήστωρ
συμμητιάομαι
συμμητιάω
συμμηχανάομαι
συμμιαίνω
συμμιαιφονέω
σύμμιγα
συμμίγδην
συμμιγής
συμμιγία
σύμμιγμα
συμμίγνυμι
συμμιγνύω
συμμικτέον
σύμμικτος
συμμικτός
συμμίκτως
σύμμιλτος
συμμιμέομαι
συμμιμητής
συμμιμνήσκομαι
συμμιμνῄσκομαι
συμμινύθω
…
συμμηκίζω
Save
Pape
συμμηκίζω
,
womit oder wonach verlängern
, Nicet.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}