συμμετίσχω
συμμετ-ίσχω,
- = συμμετέχω, τῆς αἰτίας S. Ant. 537.
συμ·μετίσχω, anc. att. ξυμμετίσχω, c. συμμετέχω, Soph. Ant. 537.
συμμετίσχω, = συμμετέχω ; καὶ ξυμμετίσχω καὶ φέρω τῆς αἰτίας, Soph. Ant. 533.
συμμετίσχω
= συμμετέχω, Soph.