συναλιάζω Save LSJ Bailly 2024 Pape συνᾱλιάζω, Dor. 3 sg. aor. ξυναλίαξε, (ἁλία) = sq., Ar. Lys. 93. συν·αλιάζω [ᾱλ] réunir en assemblée, Ar. Lys. 93. Étym. σ. ἁλία. συναλιάζω, [ᾱλ], = συναλίζω ; τὰς δʼ αὖ συναλίαζε τόνδε τὸν στόλον Ar. Lys. 93.