συνεγγράφω
συνεγγράφω, register
συνεγγράφω [ᾰ],
- register or enter along with, εἰς θεούς Plu. Amat. 2.763e; τῷ ψηφίσματι συνεγγραφήσονται D.H. 6.84; τοῖς κατʼ ἔτος ἐφήβοις συνεγγραφόμενοι PSI 10.1160.4 (i B.C.).
συν·εγγράφω [ᾰ] inscrire ensemble, DH. 6, 84 ; Plut. M. 763e ||
➳ Fut 2 pass. 3 pl. συνεγγραφήσονται, DH. l. c.
συνεγγράφω, mit oder zugleich einschreiben, εἰς θεούς τινα, Plut. amator. 18.