About Report a problem

Menu

συνεξακοντίζομαι

συνεξακοντίζομαι, spurt out along with

συνεξ-ᾰκοντίζομαι, Pass.,
  • spurt out along with, τῇ ῥύσει τοῦ αἵματος Eust. 1108.3.

Saved

Recent