συνεστέον
συνεστέον, one must associate with
συνεστέον, (σύνειμι)
- one must associate with, Πρωταγόρᾳ Pl. Prt. 313b.
συνεστέον, vb. de σύνειμι 1, Plat. Prot. 313b.
συνεστέον, adj. verb. von σύνειμι.