συνεστώ
συνεστώ, a party, banquet
συνεστώ, οῦς, ἡ, (σύνειμι)
- = συνουσία II, living together, ἐν τῇ συνεστοῖ Hdt. 6.128; cf. ἀπεστώ, εὐεστώ.
συνεστώ, οῦς (ἡ) banquet, festin, Hdt. 6, 128 correct. p. συνεστία.
συνεστώ, ἡ, v.l. für συνεστίη.
συνεστώ, οῦς,
σύνειμι
= συνουσία II
- a party, banquet, Hdt.