συνευπαίδευτος
συνευπαίδευτος, scientific
συνευπαίδευτος, ον,
- scientific, ἀνείλησις, of gymnastic exercises, Aret. CD 1.2.
συν·ευπαίδευτος, ion. et anc. att. ξυν·ευπαίδευτος, ος, ον, c. εὐπαίδευτος, Arét. 117a.