συνηλικιώτης
συνηλικιώτης, equal in age
συνηλῐκι-ώτης, ου, ὁ, later Gr. for ἡλικιώτης, Ep.Gal. 1.14, CIG 4929 (Philae), Alciphr. 1.12.
συν·ηλικιώτης, ου (ὁ) [ῐκ] c. le suiv. DH. 10, 49 ; DS. 1, 53 ; Alciphr. 1, 12 ; NT. Gal. 1, 14.
Étym. σ. ἡλικιώτης.
συνηλικιώτης, ὁ, = συνήλικος, Dion.Hal. 10.49.