συνθωκέω Save LSJ Bailly 2024 Pape συνθωκ-έω, = συνθακέω, J. AJ 15.3.8. συνθωκέω-ῶ, c. συνθακέω, Jos. A.J. 15, 3, 8. Étym. σύνθωκος. συνθωκέω, = συνθακέω, Jos.