συνοδοιπορία
συνοδοιπορία, a travelling together
συνοδοιπορ-ία, ἡ,
- travelling together, Babr. 110.
συνοδοιπορία, ας (ἡ) voyage fait de compagnie, Babr. 110 epim.
Étym. συνοδοιπόρος.
συνοδοιπορία, ἡ,
- a travelling together, Babr. from συνοδοιπόρος