Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συσφάλλω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συστρατηγός
συστρατιώτης
συστρατιῶτις
συστρατόομαι
συστρατοπεδεύομαι
σύστρεμμα
συστρεμματάρχης
συστρεμμάτιον
συστρεπτέον
συστρεπτικός
συστρέφω
συστροβιλέω
συστρογγυλίζω
συστρογγύλλω
συστροφή
συστροφία
συστροφόομαι
σύστροφος
συστρόφως
σύστρωμα
συστρώννυμι
συστυγνάζω
σύστυλος
συστυφόω
συστύφω
συσφάζω
συσφαιρίζω
συσφαιριστής
συσφαιρόω
συσφάλλομαι
συσφάλλω
συσφάττω
συσφηκόω
συσφηνόω
συσφίγγω
συσφιγκτήρ
σύσφιγκτος
συσφιγκτός
σύσφιγμα
σύσφιγξις
συσφραγίζω
σύσχεσις
συσχετήριον
συσχηματίζω
συσχημάτισις
συσχηματισμός
συσχίζω
συσχολάζω
συσχολαστής
σύσχολος
σύτο
συφακίζω
σύφαξ
Σύφαξ
σῦφαρ
συφειός
συφεόνδε
συφεός
συφετός
συφεών
συφορβέω
…
συσφάλλω
Save
Pape
συσφάλλω
,
mit fallen machen
. – Pass.
mit straucheln, fallen
, Max.Tyr.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}