Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συστρόφως
συστρόφως, briefly
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συστομόομαι
σύστομος
συστομόω
συστοναχέω
συστορέννυμι
συστορνύω
συστοχάζομαι
συστρατάομαι
συστρατεία
συστρατεύω
συστρατηγέω
συστράτηγος
συστρατηγός
συστρατιώτης
συστρατιῶτις
συστρατόομαι
συστρατοπεδεύομαι
σύστρεμμα
συστρεμματάρχης
συστρεμμάτιον
συστρεπτέον
συστρεπτικός
συστρέφω
συστροβιλέω
συστρογγυλίζω
συστρογγύλλω
συστροφή
συστροφία
συστροφόομαι
σύστροφος
συστρόφως
σύστρωμα
συστρώννυμι
συστυγνάζω
σύστυλος
συστυφόω
συστύφω
συσφάζω
συσφαιρίζω
συσφαιριστής
συσφαιρόω
συσφάλλομαι
συσφάλλω
συσφάττω
συσφηκόω
συσφηνόω
συσφίγγω
συσφιγκτήρ
σύσφιγκτος
συσφιγκτός
σύσφιγμα
σύσφιγξις
συσφραγίζω
σύσχεσις
συσχετήριον
συσχηματίζω
συσχημάτισις
συσχηματισμός
συσχίζω
συσχολάζω
συσχολαστής
…
συστρόφως
Save
συστρόφως, briefly
LSJ
συστρόφ-ως, Adv.
briefly,
prob. in
Men.
Kith.
92.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}