σχοινοδρόμος
σχοινοδρόμος, rope-climber
σχοινο-δρόμος, ὁ,
- rope-climber, ὁ ἐν τῇ νηῒ σ. Hsch. s.v. σχοινίον.
σχοινοδρόμος, auf dem Seile laufend, gehend, Hesych. v. σχοινίον.
σχοινοδρόμος, rope-climber