σχοινοστρόφος
σχοινο-στρόφος, ον,
- = σχοινιοστρόφος I.1, Plu. Tranq. 2.473c.
σχοινο·στρόφος, ος, ον, qui tresse une corde avec du jonc, Plut. M. 473.
Étym. σχοῖνος, στρέφω.
σχοινοστρόφος, = σχοινιοστρόφος, Plut. tranquill. anim. 14.