Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σχόλασις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σχοινοπώλης
σχοινορραφέω
σχοῖνος
Σχοῖνος
σχοινοστρόφος
σχοινοσυμβολεύς
σχοινοτένεια
σχοινοτενής
σχοινοτενῶς
σχοινοτονία
σχοινότονος
σχοινουργία
σχοινουργός
σχοινοῦς
Σχοινοῦς
σχοινοφιλίνδα
σχοινοφολίνδα
σχοινοφόρος
σχοινοχάλινος
σχοινώδης
σχοινωτός
σχολά
σχολάζω
σχολαῖος
σχολαιότης
σχολαίως
σχολάριος
σχολαρχέω
σχολάρχης
σχολαρχικός
σχόλασις
σχολαστήριον
σχολαστής
σχολαστικός
σχολεαῖον
σχολεῖον
σχολερός
σχολή
σχολιάζω
σχολιαστής
σχολικός
σχολικῶς
σχολιογραφέω
σχολιογράφος
σχόλιον
σχολύδριον
σχόμενος
σχονθύλλω
σχοῦ
σχῦρ
σχῦρος
σχῶ
σχών
σῶ
σῷ
σωάδδει
Σωγένης
Σῶγχις
Σώδαμος
σωδάριον
σῶδες
…
σχόλασις
Save
Bailly 2024
σχόλασις,
εως
(
ἡ
) [
ᾰ
] loisir,
Chrys.
Étym.
σχολάζω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}