Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταπίδιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταξιώτης
ταξιωτικός
τάξος
ταοί
Ταουίον
Τάοχοι
ταπείνηχος
ταπεινολογία
ταπεινοποιός
ταπεινορρημοσύνη
ταπεινός
ταπεινότης
ταπεινοφρονέω
ταπεινοφρόνησις
ταπεινοφρόνως
ταπεινοφροσύνη
ταπεινόφρων
ταπεινόψυχος
ταπεινόω
ταπείνωμα
ταπεινῶς
ταπείνωσις
ταπεινωτέον
ταπεινωτικός
ταπή
τάπης
ταπητάριος
ταπητέμπορος
ταπήτιον
τἀπί
ταπίδιον
ταπιδυφάντης
ταπιδύφος
τἀπιεικῆ
τάπις
ταπιτάριος
ταπιτᾶς
ταπιτιοῦχος
τἀπό
τἀπόρρητα
Ταπόσειρις
Ταπροβάνη
ταπρῶτα
Τάπυροι
ταρ
τἄρ
τάρ
τἆρα
τἄρα
τάραγμα
ταραγμός
ταρακτήριον
ταρακτήριος
ταράκτης
ταρακτής
ταρακτικός
ταρακτός
τάρακτρον
ταράκτωρ
τάρανδος
Ταραντιναρχέω
…
ταπίδιον
Save
LSJ
τᾰπίδιον, τό, = foreg.,
PLond.
2.402v. 17 (ii B.C.),
CPR
p.125 (iii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}