ταπρῶτα
ταπρῶτα, at first
ταπρῶτα, adv., statt τὰ πρῶτα, zuerst, Il. 1.6 u. sonst.
ταπρῶτα : see πρῶτος.
ταπρῶτα
for τὰ πρῶτα
- at first, Il.
ταπρῶτα, at first