Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταριχευτικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τάρβηλος
Τάρβηρος
ταρβής
τάρβος
ταρβοσύνη
ταρβόσυνος
ταρβύζω
τἆργα
ταργαίνω
ταργάνη
τάργανον
ταργανόομαι
ταργανόω
Ταργήλια
Ταργηλιών
Ταργίταος
Ταργυηνός
τἀργύριον
Ταρεντῖνος
τάρες
ταρίφη
Ταριχᾶνες
ταριχᾶς
Ταριχέαι
ταριχεία
ταριχεῖον
ταριχέμπορος
ταρίχευσις
ταριχευτήρ
ταριχευτής
ταριχευτικός
ταριχευτός
ταριχεύω
ταριχηγός
Ταριχήϊαι
ταριχηΐη
ταριχήϊον
ταριχηρός
ταρίχιον
τάριχον
ταριχόπλεως
ταριχοποιέω
ταριχοπράτισσα
ταριχοπωλεῖον
ταριχοπωλέω
ταριχοπώλης
ταριχοπώλιον
τάριχος
ταριχοφαγία
ταριχώτης
Ταρκόνδημος
Ταρκυΐνιοι
Ταρκυΐνιος
Ταρκυνία
Ταρκύνιος
ταρμύζομαι
ταρμύσσω
Τάρνη
ταρνόν
ταρόν
Ταρούτιος
…
ταριχευτικός
Save
LSJ
τᾰρῑχ-ευτικός, ή, όν,
= ταριχηρός (which is v.l.),
Dsc.
2.32.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}