ταώνειος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ταώνειος, ος, ον, de paon, Luc. V.H. 2, 22. Étym. ταῶν. ταώνειος -ον [ταώς] van een pauw, pauwen-. ταώνειος, = ταώνιος.