τεσσαρακαιδεκέτις Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape τεσσαρακαιδεκ·έτις, ιδος [ᾰᾰῐδ] adj. f. c. τεσσαρεσκαιδεκέτης. τεσσαρακαιδεκέτις -ιδος [τεσσαρεσκαίδεκα, ἔτος] Ion., als adj. f., veertien jaar oud. τεσσαρακαιδεκέτις, ἡ, fem. zu τεσσαρακαιδεκέτης, Sp.