τεσσαρακοντούτης
τεσσᾰρᾰκοντ-ούτης, ου, ὁ,
- = τεσσαρακονταετής (q.v.).
τεσσαρακοντούτης, ου (ὁ, ἡ) [ᾰᾰ] c. τεσσαρακονταετής, Luc. Herm. 13.
τεσσαρακοντούτης, ὁ, zsgzn statt τεσσαρακονταέτης, Luc. Hermot. 13 u. A.
τεσσαρακοντούτης
τεσσᾰρᾰκοντούτης, ου, ὁ,
= τεσσαρακονταετής, Luc.