τετραδαρχέομαι
τετραδαρχέομαι, to be governed in tetrarchies
τετρᾰδαρχ-έομαι,
- to be governed in tetrarchies, Hermog. Id. 1.10.
τετραδ·αρχέομαι-οῦμαι [ᾰδ] c. τετραρχέομαι, Hermog. p. 268, 22.
Étym. τετράς, ἄρχω.
τετραδαρχέομαι, = τετραρχέομαι, Hermogen.