τεχνογραφικός
τεχνογραφικός, treatises on rhetoric
τεχνογρᾰφ-ικός, ή, όν: τὰ -κὰ
- treatises on rhetoric, D.H. Is. 20.
τεχνογραφικός, ή, όν [ᾰ] qui traite d’un art, DH. Is. 20.
Étym. τεχνογράφος.
τεχνογραφικός, ή, όν, zum τεχνογράφος gehörig ; λόγοι sind bei Dion.Hal. Isae. 20 = ἐπιδεικτικοί.