Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τέω
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τεχνιτικός
τεχνῖτις
τεχνογραφέω
τεχνογραφικός
τεχνογράφος
τεχνοδίαιτος
τεχνοειδής
τεχνολογέω
τεχνολογητέον
τεχνολογία
τεχνολογικῶς
τεχνολόγος
τεχνοπαίγνιον
τεχνοπαράδοτος
τεχνοποιέω
τεχνοπωλικός
τεχνοσύνα
τεχνοσύνη
τεχνουργέω
τεχνούργημα
τεχνουργία
τεχνουργός
τεχνόω
τεχνύδριον
τεχνύφιον
Τέχνων
τέχνωσις
τέῳ
τεῳ
τεῷ
τέω
τέων
τεωρεῖς
τέως
Τέως
τέωσπερ
τέ’
τζάγγη
τζαγκάριος
τζάπιον
Τζαχᾶς
τῆ
τῇ
τῆβαι
τήβεννα
τηβέννειος
τηβεννικός
τηβεννίς
τήβεννος
τηβεννοφορέω
τηβεννοφόριον
τηβεννοφόρος
τηγάνη
τηγανητόν
τηγανίζω
τηγάνιον
τηγανισμός
τηγανιστός
τηγανίτης
τήγανον
τῆγμα
…
τέω
Save
Grieks Nederlands
τέω
Dor. gen.
van
σύ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}