τοξάριον
τοξάριον, little bow (τόξον)
τοξ-άριον [ᾰ], τό, Dim. of τόξον, Luc. DMort. 12[14].2, Longus 1.7, al.
τοξάριον, ου (τὸ) petit arc, Luc. D. mort. 14, 2 ; Lgs 1, 7 ; 2, 6.
Étym. τόξον.
τοξάριον, τό, dim. von τόξον, Long. 1.7.
τοξάριον
τοξάριον (ᾰ), ου, τό,
Dim. of τόξον, Luc.