Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τοξεύς
τοξεύς, bowman:
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τόνθων
τονία
τονιαῖος
τονίζω
τονικός
τόνιον
τόνιος
τονιστέον
τονοειδής
τόνος
τονόω
τονῦν
τονώδης
τόνωσις
τονωτέον
τονωτικός
τοξάζομαι
Τοξαίχμης
τοξαλκέτης
τοξαλκής
τοξαλλίς
τοξάριον
Τόξαρις
τοξαρχέω
τοξάρχης
τόξαρχος
τοξασμός
τοξεία
τοξελκής
τόξευμα
τοξεύς
Τοξεύς
τόξευσις
τοξεύτειρα
τοξευτήρ
τοξευτής
τοξευτικός
τοξευτός
τοξεύω
τοξήρης
τοξητησία
τοξία
τοξιανοί
τοξιανός
τοξίας
τοξίκλυτος
τοξικός
Τοξικράτη
Τοξίκρατος
τοξιτησία
τοξῖτις
τοξοβέλεμνος
τοξοβόλος
τοξοδάμας
τοξόδαμνος
τοξοειδής
τοξοθήκη
τοξόκλυτος
τόξον
τοξόομαι
τοξοποιέω
…
τοξεύς
Save
τοξεύς, bowman:
LSJ
τοξ-εύς, έως, ὁ,
bowman:
only as pr.n.
Bowman,
Hes.
Fr.
110.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}