Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τοπίζω
τοπίζω, localize
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τοξουλκός
τοξοφορέω
τοξοφόρμιγξ
τοξοφόρος
τοξοχίτων
τοξόω
τοξωτός
τοπάεις
τοπάζιον
τοπάζιος
τόπαζος
τοπάζω
τοπάλαι
τοπαλαιόν
τοπάν
τοπαράπαν
τοπαραυτίκα
τοπάροιθε
τοπάρος
τοπαρχεῖον
τοπαρχέω
τοπάρχης
τοπαρχία
τόπαρχος
τοπαστέον
τοπαστικός
τοπεῖον
τοπέω
τοπηγορία
τοπήϊον
τοπίζω
τοπικός
τοπικῶς
τόπιον
τοπισμός
τοπίτης
τοπλέον
τοπογραμματεία
τοπογραμματεύς
τοπογραφέω
τοπογραφία
τοπογράφος
τοποθεσία
τοποθετέω
τοποικράτωρ
τοποκλισία
τοποκρατέω
τοποκράτωρ
τοπολλάκις
τοπομαχέω
τόπος
τοποτηρέω
τοποτηρησία
τοποτηρητής
τοπρίν
τόπριν
τοπρόσθεν
τοπρότερον
τοπρῶτον
τοράλλιον
τόρβηλος
…
τοπίζω
Save
τοπίζω, localize
LSJ
τοπ-ίζω,
localize,
in Pass.,
Simp.
in Ph.
631.8, al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}