τοπρίν
το·πρίν, το·πρόσθεν, το·πρότερον, το·πρῶτον, c. πρίν, πρόσθεν, πρότερος, πρῶτος.
τοπρίν, adv., = πρίν, Hom. u. Hes. S, πρίν.
τοπρίν
- better written divisim τὸ πρίν, etc.