Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τορονευτός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τορήβιον
Τόρηβος
Τορηδόραξ
τορητός
Τορκουᾶτος
τόρμα
τόρμη
τορμικά
τορμίον
τόρμιον
τόρμος
τορνεία
τόρνευμα
τόρνευσις
τορνευτήριον
τορνευτής
τορνευτικός
τορνευτολυρασπιδοπηγός
τορνευτός
τορνεύω
τορνία
τόρνιος
τορνίσκος
τορνογραφέω
τορνοειδής
τορνόομαι
τόρνος
τορνόω
τορνωτός
τορογλυφεύς
τορονευτός
τορόνος
τορός
τόρος
τοροτίγξ
τοροτίξ
τόρτυρα
τορτυρόμενον
Τορύλαος
τορυνάω
τορυνευτός
τορυνέω
τορύνη
Τορύνη
τορυνητός
τορύνω
Τορωναῖος
Τορώνη
τορῶς
τός
τοσαετής
τοσάκις
τοσαπλάσιος
τοσαπλασίων
τοσάριθμος
τοσάτιος
τοσαυτάκις
τοσαυταπλασιόνως
τοσαυταπλάσιος
τοσαυταπλασίων
τοσαυταχῶς
…
τορονευτός
Save
LSJ
τορονευτός, ή, όν,
= τορνευτός,
Edict.Diocl.
15.43.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}