About Report a problem

Menu

τόρμα

τόρμα, wheel-rut

τόρμᾰ, ης, ἡ,
  • wheel-rut, Lyc. 262 (= τὸ χάραγμα τὸ ἀπὸ τοῦ τροχοῦ Sch.):—τόρμη· εὐθὺς δρόμος κατὰ τέχνην, καὶ στροφή, καὶ σύμπας (δρόμος), Hsch.
    • II socket, joint, βουβῶνος ἐν τόρμαισι Lyc. 487.

Saved

Recent