τρίκαρπος
τρίκαρπος, bearing fruit
τρῐ-καρπος, ον,
- bearing fruit or crops thrice a year, ἄρουραι D.H. 1.37.
- II = τριέτης, Hsch.
τρί·καρπος, ος, ον [ῐ] qui donne trois récoltes par an, DH. 1, 37.
Étym. τρ. καρπός.
τρίκαρπος, dreimal im Jahre Frucht bringend, Dion.Hal. 1.37 ; Hesych. erkl. τριετής.