τρισκαιδεκέτης Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape τρισκαιδεκ·έτης, ου, adj. m. c. τρισκαιδεκαέτης, Anth. 12, 4. τρισκαιδεκέτης -ου, ὁ [τρεισκαίδεκα, ἔτος] dertienjarig. τρισκαιδεκέτης, ὁ, der Dreizehnjährige ; Isae. fr.; Poll. 1.55 ; Lys. 10.4 ; Strat. 4 (XII.41).