τρισμακάριστος
τρισ-μᾰκάριστος [ᾰρ], η, ον,
- = τρίσμακαρ, Luc. Vit.Auct. 12: Sup. -τότατος MAMA 1.267 (near Laodicea Combusta).
τρισ·μακάριστος, ος, ον [ᾰᾰ] trois fois digne d’envie, Luc. V. auct. 12 ; Sib. 8, 164 ; Anth. 1, 123.
Étym. τρ. μακαρίζω.
τρισμακάριστος, = τρίσμακαρ, Hesych.
τρισμακάριστος
τρισ-μᾰκάριστος, η, ον
= τρίσμακαρ, Luc.