Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρωκταίζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρωγλοδύνων
τρωγλοδυτέω
τρωγλοδύτης
Τρωγλοδύτης
τρωγλοδυτικός
Τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτικῶς
τρωγλοδύτις
Τρωγλοδύτις
τρωγλόδυτος
τρωγλοδύω
τρωγλοδύων
τρωγλοειδής
τρωγλύδριον
τρῶγμα
τρωγμός
Τρωγοδύται
Τρωγύλλιον
τρώγω
Τρῶες
τρώζειν
Τρωΐα
Τρωΐαθεν
Τρωϊάς
Τρωϊκός
Τρωΐλος
Τρώϊος
Τρωΐς
Τρωΐτης
τρωκτά
τρωκταίζω
τρωκταΐζω
τρώκτης
τρωκτικός
τρωκτίς
τρωκτός
τρωμ
τρῶμα
τρώμα
τρωματίζω
τρωματίης
τρωμάτιον
τρωματίτης
τρώμη
τρώννυμι
τρωννύω
τρώξ
τρωξαλλίς
τρώξανα
τρώξανον
Τρωξάρτης
τρώξιμος
τρῶξις
Τρῳός
Τρῶος
Τρῷος
Τρωοφθόρος
τρωοφθόρος
τρωπάω
Τρώς
τρώσῃς
…
τρωκταίζω
Save
LSJ
τρωκταίζω,
= κακουργέω,
EM
770.53: vulg.
τρακταΐσαι,
v. τρακταΐζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}