τρῶγμα Save LSJ Bailly 2024 τρῶγμα, ατος, τό, = τρωγάλιον, Philox. 3.11 (pl.). τρῶγμα, ατος (τὸ) c. τρωγάλιον, au plur. Philox. fr. 3, 11 Bgk.